Καταφύγια Συκεών
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, εκτός από τις ελλείψεις σε βασικά αγαθά, τον καθημερινό φόβο και την αγωνία για την πορεία των ανθρώπων τους στο μέτωπο, είχαν να αντιμετωπίσουν και ένα πρωτόγνωρο πολεμικό μέσο, τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Αυτοί, έχοντας στόχο τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, προξένησαν μια σειρά σημαντικών υλικών καταστροφών αλλά και ανθρώπινα θύματα μεταξύ των αμάχων. Παρότι η Θεσσαλονίκη είχε δεχτεί βομβαρδισμούς από τα ιπτάμενα αερόπλοια Zeppelin κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι βομβαρδισμοί από σμήνη αεροπλάνων ήταν κάτι για το οποίο τα αστικά κέντρα και οι πληθυσμοί τους δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένοι. Υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συνέπειες των βομβαρδισμών ήταν πολύ σημαντικές με θύματα όλων των ηλικιών. Σύμφωνα με τον Χεκίμογλου από την έναρξη του πολέμου μέχρι και τη μεγάλη επιδρομή της 9/2/1941, είχαν σκοτωθεί 232 άτομα και είχαν τραυματιστεί 871, το ένα έβδομο αυτών παιδιά. Με μια γενική εκτίμηση, οι περιπτώσεις οικογενειών που υπέστησαν σοβαρές ζημιές από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς με την έναρξη του πολέμου ανέρχονταν σε 864 και στη συνέχεια αυξήθηκαν σημαντικά με θύματα κυρίως στις περιφερειακές κοινότητες και συνοικισμούς, μεταξύ των οποίων οι Συκιές.
Shelters of Sykies area
During the Second World War, the residents of Thessaloniki faced not only shortages of essential goods, constant fear, and anxiety over the fate of their loved ones at the front, but also a new and devastating form of warfare: aerial bombardment. Although Thessaloniki had experienced Zeppelin air raids during the First World War, systematic bombing by military aircraft was an entirely new reality for the city and its inhabitants. These attacks, aimed primarily at military targets, caused extensive material damage and significant civilian casualties. According to historian Hekimoglou, from the outbreak of the war until the major bombing raid of 9 February 1941, a total of 232 people had been killed and 871 wounded, nearly one-seventh of whom were children. It is estimated that approximately 864 families suffered severe damage during the initial Italian air raids, while the number increased considerably as the war continued. Many of the casualties occurred in the outlying districts of Thessaloniki, including Sykies.
Καταφύγια Συκεών
Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν και μετά την κατάληψη της πόλης, από τις δυνάμεις κατοχής αλλά και από συμμαχικά αεροπλάνα. Στις 5/12/1943, σε νυχτερινή επιδρομή της RAF (Βρετανική Βασιλική Αεροπορική Δύναμη), από λάθος το οποίο στη συνέχεια αναγνώρισε, αντί για τον προκαθορισμένο στόχο που ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός, χτυπήθηκαν συνοικισμοί των Συκεών και Νεάπολης και ειδικότερα της Βάρνας και της Ξηροκρήνης και μερικώς της Σταυρούπολης. Ο βομβαρδισμός είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 72 ανθρώπων, τον τραυματισμό πολλών άλλων και τη δημιουργία εκατοντάδων αστέγων. Έμεινε στην ιστορία ως ο πιο αιματηρός που δέχτηκε η Θεσσαλονίκη. Ως συνέπειά του, ιδρύθηκε σωματείο πληγέντων με το όνομα «Ένωσις Βομβοπλήκτων Θεσσαλονίκης Προαστείων». Με το ξέσπασμα του πολέμου, όπως σε όλη την πόλη, έτσι και στην περιοχή της Νεάπολης και των Συκεών, η κατάσταση στον τομέα της προφύλαξης από αεροπορικούς βομβαρδισμούς ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Με την έναρξη των βομβαρδισμών, το καθεστώς του Μεταξά έλαβε κάποια μέτρα κι έπειτα από εντολή του, άρχισαν με γρήγορους ρυθμούς να κατασκευάζονται καταφύγια ή να προσαρμόζονται ήδη υπάρχοντες χώροι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για προφύλαξη. Η προσπάθεια συνεχίστηκε καθ’όλη τη διάρκεια του πολέμου. Κατά τα χρόνια της κατοχής, οι Γερμανοί κατασκεύασαν αντιαεροπορικά καταφύγια για να καλύψουν τις ανάγκες τους στα διάφορα μέρη της πόλης που χρησιμοποιούσαν. Ωστόσο υπήρχαν μεγάλες δυσκολίες και ανεπάρκειες για τη δημιουργία καταφυγίων, με βασικές την έλλειψη σιδήρου, τσιμέντου και τεχνογνωσίας καθώς και η έλλειψη πόρων που είχαν απορροφηθεί στην πολεμική προσπάθεια αλλά και εργατικών χεριών. Κατά συνέπεια, η κατασκευή των καταφυγίων στηρίχτηκε κυρίως στην προσωπική εργασία των κατοίκων.
Shelters of Sykies area
The bombing continued even after the German occupation of the city, carried out by both Axis and Allied aircraft. One of the most tragic incidents occurred on 5 December 1943, when Royal Air Force (RAF) bombers mistakenly targeted the residential districts of Sykies, Neapolis, Varna, Xirokrini, and parts of Stavroupoli instead of the railway station, which had been their intended objective. The attack claimed the lives of 72 civilians, injured many others, and left hundreds homeless. It remains the deadliest aerial bombardment ever suffered by Thessaloniki. Following this tragedy, survivors established the Union of Bombing Victims of Thessaloniki and Its Suburbs. At the outbreak of the war, civil defense in Thessaloniki was extremely limited. As the bombing intensified, the Metaxas government ordered the rapid construction of public air-raid shelters and the adaptation of existing underground spaces. These efforts continued throughout the occupation. The German authorities also built shelters to protect their military personnel stationed in various parts of the city. However, construction was hindered by severe shortages of iron, cement, technical expertise, financial resources, and labor. As a result, many shelters were built largely through the voluntary labor of local residents.

Καταφύγια Συκεών
Υπήρχαν τρεις βασικοί τύποι καταφυγίων στην περιοχή της Νεάπολης:
- «Οχετός»: κατασκευαζόταν σε βάθος 5-6 μέτρων, ήταν μικρών διαστάσεων και επικαλυπτόταν με στρώμα λιθοδομής από τσιμέντο και επίχωμα δύο μέτρων περίπου.
- «Στοά»: επρόκειτο για στοά που τη συγκρατούσαν ξύλινα πλαίσια ανά 80 εκατοστά
- Ιδιωτικές κατασκευές: επρόκειτο για μια προσπάθεια αυτοπροστασίας του πληθυσμού με την κατασκευή «τρυπών», στις βραχώδεις τοποθεσίες της περιοχής.
Στην βιβλιογραφία καταγράφηκαν τα παρακάτω δημόσια καταφύγια στην περιοχή των Συκεών:
- Στη συμβολή των οδών Βενιζέλου-Ελπίδος (σήμερα πάρκινγκ του Δήμου). Επρόκειτο για μία στοά 80 μέτρων περίπου η οποία μπορούσε να στεγάσει περίπου 300 άτομα.
- Επί της οδού Α (Αναξαγόρα) μια μικρή κατασκευή τύπου στοάς με ξύλινα πλαίσια.
- Επί της 7ης οδού (Φιλίππου) δίπλα στο κόκκινο σπίτι.
- Επί της 5ης παρόδου της 10ης οδού (Κλεισθένους). Επρόκειτο για μια πρόχειρη κατασκευή και όχι στη βάση κάποιου οργανωμένου σχεδίου.
- Επί της οδού Κολοκοτρώνη.
- Επί της οδού Παπαναστασίου δίπλα στο εξοχικό κέντρο «Η Βάρνα» αλλά και στον «Φωτισμένο Βράχο». Επρόκειτο περί ορυγμάτων προχείρων κατασκευών, ικανών όμως να προσφέρουν έστω και ψυχολογική κάλυψη στον πληθυσμό.
- Επί της οδού Ελπίδος, στο νταμάρι του ΒΑΟ
- Στην οδό Μακεδονομάχων στην αλάνα του Πατσάρα. Μικρό όρυγμα που εξυπηρετούσε τη γειτονιά.
- Το καταφύγιο της κυρα Καλλιόπης.
- Στην οδό 25ης Μαρτίου. Μικρή στοά που μετά βίας χωρούσε 15 άτομα.
- Η γαλαρία. Επρόκειτο για στοά που περνούσε κάτω από τα τείχη της Επταπυργίου στη σημερινή πλατεία Τσιτσάνη.
Shelters of Sykies area
Three main types of shelters were constructed in the Neapolis–Sykies area:
- “Ochetoi” (trenches): Excavated to depths of approximately 5–6 meters, these small shelters were reinforced with concrete and covered by about two meters of earth.
- “Stoes” (galleries): Underground passages supported by wooden frames placed approximately 80 centimeters apart.
- Private shelters: Simple underground refuges dug by residents themselves into the rocky terrain surrounding their homes.
Historical sources record several public shelters in Sykies, including those located at:
- The intersection of Venizelou and Elpidos Streets (today’s municipal parking area), an underground gallery approximately 80 meters long capable of accommodating around 300 people.
- Anaxagora Street, where a small timber-supported gallery was constructed.
- Filippou Street, near the so-called “Red House.”
- Kleisthenous Street, where a makeshift shelter was created.
- Kolokotronis Street.
- Papanastasiou Street, near the former “Varna” recreation area and the site known as “Fotismenos Vrachos.”
- Elpidos Street, close to the BAO quarry.
- Makedonomachon Street, in the Patsaras open field.
- The shelter known locally as “Mrs. Kalliopi’s shelter.”
- 25th March Street, where a small underground passage accommodated approximately fifteen people.
- The “Galeria,” an underground gallery beneath the Byzantine walls near present-day Tsitsani Square.
Καταφύγια Συκεών
Μαρτυρίες κατοίκων:
Μαρτυρία Αργύριου Χριστοφόρου:
«Και αυτό που θυμάμαι καλά είναι το τέλος, προτού φύγουνε οι Γερμανοί. Βομβαρδίζανε από την Επταπυργίου μεριά τα σπίτια που βλέπουνε προς τη Θεσσαλονίκη. Εμείς καθόμασταν σε μια θεία μου. Το σπίτι ήτανε παράγκα με λαμαρίνες. Κι αρχίσανε να πέφτουνε τα βλήματα, ντάκαρ – ντούγκαρ, και βγαίνουμε έξω να δούμε τι γίνεται. Ευτυχώς δηλαδή που δεν χτυπηθήκαμε. Και βλέπουμε να φεύγανε, τα λαδάδικα να καίγονται, ο νέος Σταθμός. Το τέλος πια, τελειώνανε. Να βουλιάζουνε και τα δικά μας και τα δικά τους τα πλοία».
Μαρτυρία Ευάγγελου Κανελάκη:
«Εδώ, στις Συκιές, είχε ένα ρέμα, μια πηγή, ήταν τα καβάκια, ο δρόμος ήτανε στενός, ίσα – ίσα που περνούσανε τα κάρα. Βομβαρδίζανε και τα αντιαεροπορικά βαρούσανε συνέχεια, τα αεροπλάνα από πάνω εδώ γυρίζανε. Όλα εδώ πέρα. Ύστερα, πως έγινε, ρίξανε τις βόμβες στο γάμο που έγινε πιο κάτω. Είχε λαμαρίνες εκεί, είχε φως και νόμιζαν πως ήτανε στρατόπεδο και ρίξανε τις βόμβες. Μόλις είδανε τις φυλακές και τα κάστρα σταματήσανε και ρίξανε φωτοβολίδα».
Μαρτυρία Μαρίας Γαλλή:
«Εδώ είχαμε ένα καταφύγιο στη συνοικία Παράσχου. Από κει είχε πόρτα και πήγαινε μέχρι την Ακρόπολη. Εκεί μέσα σκοτώθηκαν πολλοί, πάρα πολλοί. Γιατί κάποιος είπε ότι βομβαρδίζουν, ο κόσμος αναστατώθηκε και ποδοπατήθηκε».
«Ο πόλεμος μας βρήκε στις Συκιές. Το ‘41 ήμουν 20 χρόνων. Βομβαρδισμοί, σφύριζαν οι σειρήνες. Τρέχαμε στα καταφύγια, τρέχαμε κάπου να κρυφτούμε, τρέχαμε σαν τρελοί, όταν χτυπούσαν οι σειρήνες. Όταν έληγε ο βομβαρδισμός, ξανασφύριζε η σειρήνα, γινότανε λήξη και βγαίναμε».
Μαρτυρία Θεοδώρας Κουτελίδου:
«Εδώ κάτω, στη στάση Κεφάλα, γινόταν ένας γάμος. Του μπακάλη η γυναίκα ήτανε. Παντρευόντουσαν αυτοί, παντρευόμουνα κι εγώ στην ίδια εκκλησία. Εγώ περίμενα να στεφανωθεί αυτή, να βγούνε, να μπούμε εμείς. Και μπαίνοντας εμείς, λοιπόν, σφυρίζει η σειρήνα. Τώρα που να πάμε; Και όπως ήμασταν ντυμένες, έτσι με τα πέπλα, τρέχαμε να κρυφτούμε. Στο δρόμο μας πετύχανε οι βομβαρδισμοί. Θυμάμαι και το βομβαρδισμό στο καφενείο. Εγώ ήμουνα σινεμά με τον αρραβωνιαστικό μου. Καθώς γυρίζαμε σφυρίξανε οι σειρήνες και σκεφτόμασταν που να πάμε. «Δεν πάω πουθενά» έλεγα εγώ, «πάμε στο σπίτι μας». Βλέπουμε στο καφενείο πολλά άτομα. Τριάντα δύο άτομα. Και λέει ο δικός μου «πάμε κι εμείς μέσα». «Όχι δεν πάω εγώ. Θα πάω στη μαμά μου» είπα, και φύγαμε. Και πέφτει η βόμβα και σκοτώνονται και τα τριάντα δύο άτομα και γλιτώνει μόνο ο καφετζής»
Μαρτυρία Χρήστου Βορνίτη:
«Το ’42 ή το ΄43 έγινε ο μεγάλος βομβαρδισμός στις Συκιές, που πάλι μας βρήκε στους δρόμους. Μεγάλος πανικός, φοβηθήκαμε αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε πίσω. Είδαμε τη μεγάλη φωτιά σε σπίτια και μάθαμε για το γάμο όπου όλοι σκοτώθηκαν».
Μαρτυρία Φανής Κολυβά:
«Ό,τι έχω να θυμηθώ από τον πόλεμο είναι για μένα μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία. Υπήρχε μια σήραγγα, νερά περνούσανε από κει, ξεκινούσε από τις Συκιές και τελείωνε κάτω από τη μονή Βλατάδων. Eκείνη τη σήραγγα την κάναμε καταφύγιο, μην έχοντας τίποτα άλλο. Κάποια στιγμή σφύριξαν οι σειρήνες, μπήκαμε φύρδην μίγδην, όλοι μικροί, μεγάλοι. Αφού ανταμωθήκαμε με τους υπόλοιπους, εμείς ξεκινούσαμε από τις Συκιές κι εκείνοι ξεκινούσανε κάτω από τη μονή Βλατάδων, σε κάποιο σημείο εμφανίζεται ένας κύριος με γκρι ντυμένος, με ρεπούμπλικα. Ήταν βέβαια προβοκάτσια. Μας λέει ότι έχει πέσει βόμβα και ότι έχει κλείσει η πίσω πόρτα. Δεν υπάρχει δίοδος, να βγούμε από δω. Κι ορμίσανε όλοι να βγούνε. Εμείς τα μικρά τσαλαπατηθήκαμε. Παιδιά, της ηλικίας μου τα πιο πολλά, πεθάνανε. Και μετά από ώρες δεν είχε γκρεμίσει η πόρτα, ανοίξανε και μπορέσαμε και συνήλθαμε γιατί και τα πιο πολλά άτομα πεθάνανε κι από ασφυξία. Και πατηθήκαμε κιόλας. Στο καταφύγιο πήγα μόνη μου, γιατί η μαμά μου είχε τον μικρό και μπήκε μετά. Την είπανε «μπήκε – μπήκε η Φανή» ε, σου λέει ασφαλίστηκε. Κι είχα αυτή τη δυσάρεστη εμπειρία.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος θα πρέπει να ήμουνα επτά, οκτώ χρονών. Εκείνο που θυμάμαι είναι οι πρώτες βόμβες, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. 1η Νοεμβρίου ήτανε, αν θυμάμαι καλά, περάσανε από πάνω μας τα αεροπλάνα και ρίξανε βόμβες. Πολύ κοντά. Από το ΚΑΠΗ έξι – εφτά μέτρα. Απέναντι δύο σπίτια γκρεμίστηκαν και πιο επάνω, όπως είναι η στάση …. στο βουνό, έπεσε η τρίτη βόμβα. Εμείς ξεκινήσαμε με τη μαμά μου, ακούσαμε την πρώτη βόμβα, «πέστε κάτω» είπαν, «πέστε κάτω». Πέσαμε κάτω αλλά ήδη οι βόμβες είχανε ριφθεί. Είχαν γκρεμίσει το σπίτι. Τα μεγαλύτερα παιδιά που καταλαβαίνανε, κι εμείς καταλαβαίναμε βέβαια, μόλις χτύπησαν οι καμπάνες είπανε πως είναι η τελευταία φορά που ηχούν οι καμπάνες. Μετά δεν ξέραμε πότε θα τις ξανακούσουμε. Σκλαβωθήκαμε … ήρθαν οι Γερμανοί. Πέσανε κάτω να κλαίνε τα παιδιά, να χτυπιούνται τα μεγαλύτερα. Κοιτάζαμε κι εμείς άναυδοι. Αφού μας βομβαρδίσανε και κάψανε τις μισές Συκιές, ελευθερωθήκαμε».
[ΠΗΓΗ: Κ. Νίγδελη (2016), Δήμος Νεάπολης-Συκεών «Ο μεγάλος Καλλικρατικός Δήμος», Θεσσαλονίκη 2016, “Forget Us Not”, εκδόσεις Δήμου Νεάπολης-Συκεών. Πρόγραμμα «Ευρώπη για τους Πολίτες 2007-2013»]
Shelters of Sykies area
Eyewitness Testimonies
Argyrios Christoforou recalled:
“What I remember most clearly was the end of the war, just before the Germans left. They were shelling the houses facing Thessaloniki from the Eptapyrgio side. We were staying at my aunt’s house, which was a small shack made of corrugated metal. The shells started falling one after another. We rushed outside to see what was happening. Fortunately, our house was not hit. We saw the Germans retreating, the fuel depots burning, and the New Railway Station in flames. We knew the war was finally coming to an end.”
Evangelos Kanelakis remembered:
“Here in Sykies there was a stream called Kavakia, and the road was only wide enough for carts. The anti-aircraft guns fired continuously while the planes circled overhead. At one point they mistakenly bombed a wedding taking place nearby. They saw the lights reflecting on the metal roofs and assumed it was a military camp.”
Maria Galli described the panic inside one of the shelters:
“We had a shelter in the Paraschou neighborhood. Someone shouted that the bombs were falling, and people panicked. Many were trampled to death in the rush. During every air raid we ran frantically to the shelters, and only when the all-clear siren sounded did we come back outside.”
Theodora Koutelidou recalled two dramatic experiences:
“I was waiting for another wedding ceremony to finish before entering the church for my own wedding when the air-raid sirens suddenly sounded. We ran for shelter wearing our wedding dresses and veils. On another occasion, my fiancé wanted to enter a crowded café during an air raid. I insisted we go home instead. Moments later, a bomb destroyed the café, killing thirty-two people. Only the owner survived.”
Christos Vornitis remembered:
“In 1942 or 1943 there was a terrible bombing of Sykies. We were caught outside and panic spread everywhere. We saw houses burning and later heard about the wedding where so many people had lost their lives.”
Fani Kolyva gave one of the most moving testimonies:
“We had converted a water tunnel between Sykies and the Vlatadon Monastery into a shelter because there was nowhere else to hide. During one air raid, someone falsely claimed that the rear exit had collapsed. Everyone rushed toward the entrance, trampling one another. Many children and elderly people died from suffocation. I was only seven or eight years old. I still remember the first bombs falling nearby and the fear that spread through the neighborhood. Half of Sykies was burned before the city was finally liberated.”




