ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ
Η αρχαία ελληνική πόλη Αντιόχεια ιδρύθηκε περίπου το 300 π.Χ. από τον Σέλευκο Α’ Νικάτορα. Η επιλογή του σημείου συνδέθηκε με έναν καλό οιωνό: ένας αετός που άρπαξε μέρος του θηράματος κατά τη θυσία προς τιμή του Διός θεωρήθηκε σημάδι για την καταλληλόλητα της θέσης. Η Αντιόχεια υπήρξε σημαντικό διοικητικό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο, πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών και αργότερα της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, ο πληθυσμός της έφτασε έως και 250.000 κατοίκους, καθιστώντας την μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της ανατολικής Μεσογείου. Κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, αποτέλεσε πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας, ενός από τα τέσσερα σταυροφορικά κράτη στον Λεβάντε. Η πόλη διαδραμάτισε επίσης καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του Χριστιανισμού, καθώς σύμφωνα με την παράδοση εκεί πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος «Χριστιανός». Ήταν κέντρο του Ελληνιστικού Ιουδαϊσμού και πολιτιστικά σημαντική λόγω της ελληνικής της παράδοσης και της έντονης πνευματικής ζωής. Σήμερα, η Αντιόχεια βρίσκεται στην επαρχία Χατάι της Τουρκίας, με πληθυσμό περίπου 217.000 κατοίκους και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα. Το τελευταίο ολοκληρωμένο ποίημα του Κ.Π.Καβάφη θα τιτλοφορηθεί «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας», εμπνευσμένο και από την ομώνυμη πόλη.
Κ.Π. Καβάφης, Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας
Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας
Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.
Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν το ’χε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.
Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.—
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.
Αυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί.)
Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»
Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κι εν τιμή.
Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.
Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.
Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδωσε —
τί άλλο θα έκαμνε — πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.
[1933;, 1935*]
[Πηγή: Encyclopedia of the Ancient Greek World, www.greek-language.gr]
ANTIOCH
The ancient Greek city of Antioch was founded around 300 BC by Seleucus I Nicator. The choice of the location was associated with a good omen: an eagle that snatched part of the prey during a sacrifice in honor of Zeus was considered a sign of the suitability of the location. Antioch was an important administrative, commercial and military center, the capital of the Seleucid Empire and later of the Roman and Byzantine Empires. During the Hellenistic and Roman periods, its population reached up to 250,000 inhabitants, making it one of the largest cities in the eastern Mediterranean. During the Crusades, it was the capital of the Principality of Antioch, one of the four Crusader states in the Levant. The city also played a crucial role in the history of Christianity, as according to tradition the term “Christian” was first used there. It was a center of Hellenistic Judaism and culturally significant due to its Greek tradition and intense spiritual life. Today, Antioch is located in the Hatay province of Turkey, with a population of approximately 217,000 inhabitants and a multicultural character. The last completed poem by C.P. Cavafy will be titled “On the Outskirts of Antioch”, also inspired by the city of the same name.
K.P. Kavafis, On The Outskirts Of Antioch
We in Antioch were astonished when we heard
what Julian was up to now.
Apollo had made things clear to him at Daphni:
he didn’t want to give an oracle (as though we cared!),
he didn’t intend to speak prophetically, unless
his temple at Daphni was purified first.
The nearby dead, he declared, got on his nerves.
There are many tombs at Daphni.
One of those buried there
was the triumphant and holy martyr Vavylas,
wonder and glory of our church.
It was him the false god hinted at, him he feared.
As long as he felt him near he didn’t dare
pronounce his oracle: not a murmur.
(The false gods are terrified of our martyrs.)
Unholy Julian got worked up,
lost his temper and shouted: “Raise him, carry him out,
take him away immediately, this Vavylas.
You there, do you hear? He gets on Apollo’s nerves.
Grab him, raise him at once,
dig him out, take him away, throw him out,
take him wherever you want. This isn’t a joke.
Apollo said the temple has to be purified.”
We took it, the holy relic, and carried it elsewhere.
We took it, we carried it away in love and in honor.
And hasn’t the temple done brilliantly since!
In no time at all a colossal fire
broke out, a terrible fire,
and both the temple and Apollo burned to nothing.
Ashes the idol: dirt to be swept away.
Julian exploded, and he spread it around—
what else could he do?—that we, the Christians,
had set the fire. Let him say so.
It hasn’t been proved. Let him say so.
The essential thing is—he exploded.
[Source: allpoetry.com]
