Αμάραντος - Helichrysum stoechas. Από: https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=15857599

ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

Η λέξη αμάραντος προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά (ἀ- στερητικό και μαραίνω) και σημαίνει «αυτός που δεν μαραίνεται», «αθάνατος», «αδιάφθορος». Στην αρχαιότητα ο όρος χρησιμοποιήθηκε τόσο κυριολεκτικά όσο και συμβολικά. Κυριολεκτικά αναφερόταν στο φυτό αμάραντος, γνωστό για τα άνθη του που διατηρούν το χρώμα τους ακόμη και μετά την αποξήρανση. Συμβολικά, ο αμάραντος έγινε σύμβολο της αιωνιότητας, της μνήμης και της δόξας που δεν σβήνει με τον χρόνο. Η λέξη απαντά ήδη στην αρχαία γραμματεία και στη συνέχεια στη βυζαντινή και τη νεότερη ελληνική παράδοση, συχνά με ποιητική και ιδεολογική φόρτιση, για να δηλώσει κάτι που παραμένει ζωντανό και αναλλοίωτο στον χρόνο.
«Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν
και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων
μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο».

Οδ. Ελύτης. Άξιον Εστί

[Πηγές: Λεξικό Liddell–Scott, www.greek-language.gr/]

AMARANTH

The word amaranth comes from ancient Greek (ἀ- and μαραίνω) and means “one who does not wither”, “immortal”, “incorruptible”. In antiquity, the term was used both literally and symbolically. Literally, it referred to the amaranth plant, known for its flowers that retain their color even after drying. Symbolically, amaranth became a symbol of eternity, memory and glory that does not fade with time. The word is already found in ancient literature and then in the Byzantine and modern Greek tradition, often with a poetic and ideological charge, to denote something that remains alive and unchanging over time.

“Love’s blood has crimsoned me
and joys unseen have overshadowed me
I have oxidized in the south of men
my distant mother rose is amaranth”.

Od. Elytis. Axion Esti